Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
30 / 9 / 2022

Ξεκίνησα να γράφω τον Άρμπεναρκ πριν από 25 χρόνια περίπου. Αυτός είναι πολύς καιρός. Δύο ζωές και μισή, έτσι όπως τα υπολογίζω εγώ. Και έχω γράψει πολλά πράγματα από τότε (Το Παιχνίδι των Ράζλερ, ιστορίες από το Θρυμματισμένο Σύμπαν, και άλλα) που θεωρώ πολύ καλύτερα. Αλλά ο Άρμπεναρκ ήταν το πρώτο πράγμα που έγραψα το οποίο θεωρούσα αρκετά καλό. Τα προηγούμενά μου τα θεωρώ άνευ λόγου τελείως. Από τον Άρμπεναρκ είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ και να αισθάνομαι κάποια πράγματα, και να βγάζω κάποια συμπεράσματα που με εκπλήσσουν ακόμα και σήμερα: και με τα οποία συμφωνώ ακόμα και σήμερα.

Εκείνη την περίοδο που ξεκίνησα να γράφω τον Άρμπεναρκ, είχα επίσης ξεκινήσει να διαβάζω και φανταστική λογοτεχνία πιο ευρέως και πιο συστηματικά. Όχι πως και πριν δεν διάβαζα. Διάβαζα· αλλά ήμουν μικρός, και δεν έβρισκα και όσα πράγματα θα ήθελα να βρω. Τότε, όμως, υπήρχε ανάπτυξη στο Διαδίκτυο και, εκτός των άλλων, παράγγελνα και πολλά βιβλία κατευθείαν από το Amazon· δεν περίμενα να τα βρω εδώ (πράγμα δύσκολο ακόμα και τότε).

Διάβαζα, λοιπόν, αρκετά, και ήμουν ενθουσιώδης με αυτό. Διάβαζα ιστορίες που θεωρούσα γαμάτες, και με είχαν όντως εντυπωσιάσει.

Και, συγχρόνως, έγραφα τον Άρμπεναρκ.

Και είχα παρατηρήσει το εξής: Παρότι είναι καλό να διαβάζεις, είναι ακόμα καλύτερο να γράφεις. Το να γράφεις σε κάνει να γουστάρεις ακόμα περισσότερο. Η ανάγνωση, οποιουδήποτε λογοτεχνικού βιβλίου, είναι σαν νερωμένο κρασί σε σχέση με το να γράφεις ένα λογοτεχνικό βιβλίο. Πολύ απλά, η εμπειρία είναι πιο έντονη.

Αναρωτήθηκα, μάλιστα, αν τα βιβλία είναι περισσότερο για τον αναγνώστη ή, τελικά, για τον συγγραφέα. Γιατί εγώ, ως αναγνώστης και συγγραφέας συγχρόνως, αν έπρεπε να διαλέξω το ένα από τα δύο θα διάλεγα, χωρίς καμιά σκέψη, το δεύτερο – τον συγγραφέα.

Και ακόμα και σήμερα το ίδιο αισθάνομαι. Αν όχι περισσότερο. Και λέω περισσότερο επειδή ο ενθουσιασμός μου για την ανάγνωση βιβλίων σήμερα δεν είναι τόσο μεγάλος όσο όταν ήμουν μικρός και είχα ξεκινήσει να διαβάζω. Ακόμα μού αρέσει, αλλά, εντάξει, ύστερα από τόσα βιβλία που έχω διαβάσει, δεν αισθάνομαι το ίδιο όπως όταν είχα ξεκινήσει να διαβάζω.

Παραδόξως (ή ίσως όχι παραδόξως, τελικά) αισθάνομαι σχεδόν το ίδιο όπως όταν ξεκίνησα να γράφω. Μπορεί αυτά που γράφω να είναι διαφορετικά, και καλύτερα, αλλά η εμπειρία δεν παύει να είναι το ίδιο έντονη.

Και, πραγματικά: τα βιβλία είναι, τελικά, περισσότερο για τον αναγνώστη ή, μήπως, για τον συγγραφέα;

Δηλαδή, ποιος περνά πιο καλά με ένα λογοτεχνικό βιβλίο; Ο συγγραφέας δεν είναι;

Ίσως κάποιοι συγγραφείς να διαφωνούν· δεν το αποκλείω. Και δεν τους καταλαβαίνω. Ειδικά εδώ, στο Ελλάντα, που είμαστε στα όρια του τριτοκοσμικού, αν δεν αισθάνεσαι έτσι, τι λόγος υπάρχει για να γράφεις λογοτεχνία; Ειδικά, φανταστική λογοτεχνία; Οικονομικό όφελος δεν υπάρχει, ηθικό όφελος δεν υπάρχει. Αλλά υπάρχει εκείνο που έχει όντως σημασία και κανένας μαφιόζος δεν μπορεί να το κλέψει.

Όμως, και παγκοσμίως, σε οποιαδήποτε χώρα – ακόμα και αγγλόφωνη – μοιάζει λιγάκι ανόητο σ’εμένα να γράφεις λογοτεχνία αν δεν αισθάνεσαι έτσι.

Αν κάποιος γράφει για άλλο λόγο, ίσως θα έπρεπε να σταματήσει. Αν θέλεις να πετύχεις κάτι άλλο, υπάρχουν και πιο εύκολοι δρόμοι.

Καλό είναι να βγάζεις λεφτά από τη λογοτεχνία (ή από οτιδήποτε άλλο), αν είναι εφικτό· αλλά δεν μπορεί αυτό να είναι η βάση από την οποία ξεκινάς. Αλλιώς κοροϊδεύεσαι, και οι αναγνώστες δυσκολεύονται να βρουν πραγματικά εμπνευσμένα και γαμάτα βιβλία για να διαβάσουν.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]